Πηγή Εικόνας: kathimerini.gr
Έλενα Εμμανουήλ: Φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών (Πανεπιστήμιο Κρήτης)
To 2015 ήταν για την χώρα μας μια απο τις πιο κρίσιμες και ταραχώδεις χρονιές στη σύγχρονη ελληνική ιστορία σημαδεμένη από την αλλαγή πολιτικής ηγεσίας, την οξεία σύγκρουση με τους δανειστές, την επιβολή ελέγχων κεφαλαίων και την παρακμή της χώρας στη ζώνη του ευρώ μέσω ενός νέου επώδυνου κεφαλαίου. Οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και το Δ.Ν.Τ το πρώτο εξάμηνο του 2015 αποτελούν μια από τις πιο δραματικές περιόδους της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Η νέα κυβέρνηση επιδίωκε να ανατρέψει την τότε λογική των μνημονίων, οδηγώντας σε μια παρατεταμένη σύγκρουση. Όσο διαδραματίζονται οι κρίσιμες στιγμές στη χώρα, στις 27 Ιουνίου του 2015 ελήφθη και η απόφαση για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, που καλούσε τους πολίτες να αποφασίσουν την αποδοχή ή την απόρριψη μιας πρότασης συμφωνίας των Ευρωπαϊκών θεσμών και του Δ.Ν.Τ.
Η απόφαση για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ελήφθη λόγω του τότε αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις της τότε ελληνικής επιτροπής, όμως οι κύριοι λόγοι ήταν ποικίλοι. Ο πρώτος λόγος της απόφασης ήταν το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο, το τελεσίγραφο των δανειστών που η τότε κυβέρνηση θεώρησε πως οι θεσμοί αποτελούσαν ένα τελεσίγραφο που περιλάμβαναν σκληρά μέτρα λιτότητας. Παράλληλα, η απόρριψη της λαϊκής εντολής, με την ελληνική πλευρά να υποστηρίζει πως οι απαιτήσεις των δανειστών παραβίαζαν την λαϊκή εντολή των εκλογών για τον τερματισμό των μνημονίων. Επιπλέον ένας σημαντικός παράγοντας ήταν η μεταφορά ευθύνης στους πολίτες, η κυριαρχία του λαού, η ευθύνη ανήκει στο λαό και με την δημοκρατική νομιμοποίηση που η ελληνική κυβέρνηση επιδίωκε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για να αναγκάσει τους δανειστές σε μια ευνοϊκή συμφωνία χωρίς να επωμιστεί η ίδια το πολιτικό κόστος με την υπογραφή του νέου μνημονίου. Τέλος, ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας ήταν η αποφυγή διάσπασης και οι εσωκομματικές ισορροπίες, που υπήρχαν μέσα από την κοινοβουλευτική πτέρυγα για την πολιτική και τα μέτρα λιτότητας. Το ερώτημα αποτυπωμένο σε ένα σύνθετο και τεχνικό κείμενο, αφορούσε την αποδοχή δύο εγγράφων για τις μεταρρυθμίσεις και τη βιωσιμότητα του χρέους (“Reforms for the completion of the Current Program and beyond” και “Preliminary Debt Sustainability Analysis”) , με την επιλογή “ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΟΧΙ” να τοποθετείται πρώτη έναντι του “ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΝΑΙ”.
Το ελληνικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 ολοκληρώθηκε με την καθαρή επικράτηση του “ΟΧΙ” το οποίο συγκέντρωσε ποσοστό 61,31% έναντι 38,69% . Η εκλογική διαδικασία, η οποία αφορούσε την αποδοχή ή την απόρριψη του σχεδίου των θεσμών χαρακτηρίστηκε από υψηλό ποσοστό συμμετοχής που άγγιξε το 62,15%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ” ΟΧΙ ” κυριάρχησε και στις 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας, σφραγίζοντας μια από, τις ιστορικές και πολωμένες πολιτικές αναμετρήσεις στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος προκάλεσε άμεσα παγκόσμιο πολιτικό σεισμό στρέφοντας όλα τα φώτα της δημοσιότητας στην Αθήνα. Οι αντιδράσεις από το εξωτερικό έλαβαν γρήγορα τον χαρακτήρα μιας πρωτοφανούς, συντονισμένης πίεσης, με τους Ευρωπαίους ηγέτες να παρεμβαίνουν ανοιχτά, μετατρέποντας το διακύβευμα της κάλπης σε ένα σκληρό δίλλημα: ” ευρώ ή δραχμή “. Την ίδια ώρα που οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο προειδοποίησαν για το οικονομικό χάος σε περίπτωση επικράτησης του ” ΟΧΙ “, διεθνή αριστερά κινήματα έβλεπαν στην ελληνική κάλπη μια ιστορική ευκαιρία για ρήξεις με τη λιτότητα. Η εγχώρια αναμέτρηση μετατράπηκε γρήγορα σε ένα διεθνές θρίλερ, οι συνέπειες του οποίου ανακρυσταλωσαν τις ισορροπίες σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Το δημοψήφισμα του 2015 αποτελεί θεωρητικά την κορυφαία έκφραση άμεσης δημοκρατίας, καθώς έδωσε στους πολίτες την ευκαιρία να αποφασίσουν απευθείας για ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο. Ωστόσο, η ποιότητα αυτής της δημοκρατικής διαδικασίας αμφισβητήθηκε έντονα, καθώς το ερώτημα του ήταν εξαιρετικά τεχνικό και δυσνόητο, ο χρόνος ενημέρωσης των πολιτών κράτησε μια εβδομάδα, ενώ η μετέπειτα μετατροπή του “Όχι” σε ένα νέο μνημόνιο οδήγησε πολλούς στο συμπέρασμα ότι η λαϊκή ετυμηγορία τελικά ακυρώθηκε στην πράξη.
Η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος είχε σημαντικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, τα οποία επηρέασαν βαθιά την πολιτική και την οικονομία της χώρας. Από την μια πλευρά, λειτούργησε ως κορυφαία πράξη άμεσης δημοκρατίας που έδωσε στους πολίτες τον πρώτο λόγο για κρίσιμο εθνικό ζήτημα, ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης με τη δύναμη της λαϊκής εντολής και κινητοποίησε μαζικά την κοινωνία. Από την άλλη πλευρά όμως, η εσπευσμένη διοργάνωση του μέσα σε μόλις μια εβδομάδα στέρησε από το εκλογικό σώμα τον χρόνο για ψύχραιμη ενημέρωση, ενώ παράλληλα πυροδότησε έναν βαθύ και επικίνδυνο κοινωνικό διχασμό. Επιπλέον το οικονομικό κόστος υπήρξε βαρύ, καθώς οδήγησε άμεσα σε τραπεζική αργία και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) , ενώ η μετέπειτα υπογραφή ενός νέου μνημονίου ακύρωσε στην πράξη το αποτέλεσμα, πλήττοντας την αξιοπιστία της ίδιας της διαδικασίας. Η σχέση της λαϊκής ετυμηγορίας με τις κυβερνητικές αποφάσεις που ακολούθησαν υπήρξε απόλυτα ανατρεπτική, καθώς το συντριπτικό 61,3% του “Όχι” μετατράπηκε μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα σε μια νέα μνημονιακή συμφωνία. Παρά την ξεκάθαρη απόρριψη της πρότασης των δανειστών από τους πολίτες, η τότε κυβέρνηση άλλαξε πλήρως στρατηγική κατεύθυνση. Αυτή η δραματική ως έσχατο διαπραγματευτικό χαρτί στις Βρυξέλλες οδήγησε τελικά στην υπογραφή του 3ου μνημονίου, το οποίο περιλάμβανε ακόμη πιο αυστηρά μέτρα λιτότητας από εκείνα που είχαν καταψηφιστεί, σφραγίζοντας μια ιστορική αντιστοιχία ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και την κυβερνητική πράξη.
Η ανακοίνωση και η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος διέκοψαν βίαια τις συνομιλίες, οδηγώντας σε πλήρη σκλήρυνση της στάσης των δανειστών, οι οποίοι εξέλαβαν την κίνηση αυτή ως μονομερή αποχώρησης της Ελλάδας από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η διακοπή αυτή επέφερε τη λήξη του υπάρχοντος προγράμματος στήριξης και την άμεση διακοπή της παροχής ρευστότητας, με αποτέλεσμα η ελληνική πλευρά να επιστρέψει στο τραπέζι υπό καθεστώς απόλυτης οικονομικής ασφυξίας και με την απειλή του “Grexit” πιο ορατή από ποτέ. Έτσι, αντί να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της χώρας μέσω της λαϊκής εντολής, η κυβέρνηση ζήτησε κάτω από ακραία πίεση χρόνου, γεγονός που οδήγησε σε αποδοχή ενός τρίτου μνημονίου με βαρύτερους και αυστηρότερους δημοσιονομικούς όρους από εκείνους που αρχικά είχαν απορριφθεί από την κάλπη.
Η υπογραφή του τρίτου προγράμματος στήριξης, ύψους 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015, ως άμεσο αποτέλεσμα της δραματικής 17ωρης Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης. Η κυβέρνηση ανάμεσα στην οικονομική ασφυξία των capital controls και τον ορατό κινδύνου ενός Grexit αποδέχθηκε ένα πακέτο με εξαιρετικά σκληρούς δημοσιονομικούς όρους. Η νέα συμφωνία περιλάμβανε βαριά μέτρα, όπως αυξήσεις στο ΦΠΑ, περικοπές δαπανών, συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και τη δημιουργία ενός ταμείου ιδιωτικοποιήσεων. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου κλόνισε το εγχώριο πολιτικό σκηνικό και διέκρινε την έναρξη μιας περιόδου έντονης πολιτικής αστάθειας. Από την μια πλευρά, το κυβερνών κόμμα διασπάστηκε με την αποχώρηση δεκάδων βουλευτών και στελεχών της αριστερής του πτέρυγας, ενώ παράλληλα επήλθε μια ιδεολογική σύγκλιση των μεγάλων κομμάτων, καθώς πλέον όλα είχαν ψηφίσει ή εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές. Από την άλλη πλευρά, η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και τις πολιτικές υποσχέσεις δέχθηκε το ισχυρότερο ίσως πλήγμα της μεταπολιτευτικής ιστορίας.
Η ραγδαία μετατροπή του “Όχι” σε ” Ναι” καθιέρωσε το αίσθημα ότι οι εκλογικές διαδικασίες δεν μπορούν να αλλάξουν την οικονομική πραγματικότητα, γεγονός που οδήγησε σε ιστορικά ψηλά ποσοστά αποχής στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και σε μια γενικευμένη περιφρόνηση απέναντι στην πολιτική.
Συμπερασματικά, το δημοψήφισμα του 2015 άφησε ως βασικό δίδαγμα ότι η λαϊκή κυριαρχία μιας χώρας δεν λειτουργεί στο κενό, αλλά περιορίζεται σημαντικά από τις διεθνείς οικονομικές και θεσμικές της δεσμεύσεις καθώς η ετυμηγορία της κάλπης προσέκρουσε βίαια στους κανόνες της Ευρωζώνης. Η δραματική ανατροπή του αποτελέσματος απομυθοποίησε τις εύκολες πολιτικές υποσχέσεις, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο των διλημμάτων για σύνθετα τεχνικά ζητήματα που διχάζουν την κοινωνία χωρίς να προσφέρουν εφαρμοσμένες λύσεις. Εν τελεί, η πλήρης αναντιστοιχία ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και τις κυβερνητικές αποφάσεις που ακολούθησαν άφησε πίσω της ένα μόνιμο έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, εδραιώνοντας την πολιτική αστάθεια και την ιστορική άνοδο της αποχής στην Ελλάδα.
