Οι προκλήσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής

Πηγή Εικόνας: ΣΚΑΙ

Νικήτας Πλουμπίδης: Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΠΑ)

Η ανάπτυξη της ακροδεξιάς είναι ένα πολιτικό φαινόμενο που απασχολεί την κοινή γνώμη τα τελευταία χρόνια. Είναι ένα εξαιρετικά δυναμικό ρεύμα που ανησυχεί τους πολιτικούς αναλυτές και τους κάνει να διερωτώνται τα αίτια ανάδυσής του. Η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα είναι πολυεπίπεδη και μοιάζει αέναη.  Παράλληλα προβληματίζει τα πολιτικά κόμματα εν γένει για τον ανταγωνισμό στις εκλογές, καθώς και τον απλό κόσμο που αναρωτιέται για το που βαδίζει η κοινωνία.

Η αλήθεια είναι πως αυτό το φαινόμενο ανόδου του ακροδεξιού ρεύματος, εντοπίζεται και απασχολεί πιο έντονα τα τελευταία 15 περίπου χρόνια. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο ρεύμα στη χώρα μας, αλλά το θέμα έχει πάρει υψηλές διαστάσεις πανευρωπαϊκά. Πέρα από τους παραδοσιακούς πύργους της ακροδεξιάς, όπως πχ. η Ουγγαρία, παρατηρούνται όλο και περισσότερες χώρες με μη ακροδεξιά παράδοση, να στρέφονται σε αυτή τη πλευρά για λύσεις στα προβλήματά τους. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γαλλία και πιο πρόσφατα η Πορτογαλία σημειώνουν ραγδαία άνοδο στη δημοφιλία τέτοιων κομμάτων με όλη την Ευρώπη να προβληματίζεται γιατί συμβαίνει αυτό.

Παρόλο που η πολιτική επιστήμη δεν μπορεί να εξηγηθεί με οικονομικούς όρους, διότι πρόκειται για δύο διαφορετικές επιστήμες, σε αυτή τη περίπτωση ταιριάζει το δίπολο πολιτική προσφορά και πολιτική ζήτηση. Όσο αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, τόσο συμφέρον έχει αυτός που πουλάει να αυξήσει τη προσφορά που δίνει στον καταναλωτή. Σε αυτό το σχήμα, καταναλωτές είναι ο κόσμος που ψηφίζει και  ο πωλητής είναι το πολιτικό σύστημα, τα διαθέσιμα κόμματα. Αν σκεφτεί κανείς ποια είναι τα πιο σημαντικά θέματα που απασχολούν τους λαούς τις Ευρώπης τα τελευταία χρόνια θα καταλάβει πολύ εύκολα για ποιο λόγο ανθίζει η ακροδεξιά. Κατά κύριο λόγο απασχολεί η οικονομία, το μεταναστευτικό και η ανεργία.

Η Ευρώπη συνολικά, όχι μόνο η χώρα μας, από τη μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, δεν έχει καταφέρει να επιτύχει μια οικονομική σταθερότητα. Οι κρίσεις που αντιμετωπίζει είναι διαδοχικές, με λάθος χειρισμούς, υγειονομικές απειλές και πολέμους. Οι περίοδοι οικονομικής κανονικότητας και ευμάρειας την τελευταία δεκαπενταετία, μοιάζουν μικρά διαλείμματα και όχι μια στέρεα κατάσταση. Όλη αυτή η κατάσταση έχει αρχίσει και κουράζει τον περισσότερο κόσμο, ο οποίος πολύ φυσιολογικά στρέφει τις ελπίδες του για οικονομική σταθερότητα και ανάκαμψη κάπου αλλού και όχι στα παραδοσιακά κόμματα. Μερίδα αυτών των ψήφων διεκδικούν και τα κόμματα της ακροδεξιάς.

Η οικονομική δυσκαμψία έρχεται σε άμεση συνάρτηση με την ανεργία. Δεν αναφερόμαστε μονάχα στο αν υπάρχουν δουλειές για τους Ευρωπαίους πολίτες αλλά και πόσο ανταγωνιστικές είναι αυτές οι δουλείες μισθολογικά, σε σχέση με αυτές που υπήρχαν προ κρίσης. Προφανώς, παρατηρείται μια υποβάθμιση στην ποιότητα ζωής που μπορεί να έχει κανείς βρίσκοντας μια δουλεία. Οι άνθρωποι πλέον δουλεύουν για να επιβιώσουν και όχι για να χτίσουν σιγά σιγά τη ζωή τους. Τα λεφτά στο τέλος του μήνα δεν αρκούν για αποταμίευση και αυτό είναι κάτι που προβληματίζει. Ο πληθωρισμός έχει φτάσει τέτοια επίπεδα που έχει αλλοιώσει σχεδόν όλες τις οικονομίες της Ευρώπης, με πολλές να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα. Όλη αυτή η κατάσταση δημιουργεί μια πολιτική απάθεια, ή  έναν πολιτικό εκνευρισμό, που πολλές φορές οδηγεί στην ακροδεξιά ψήφο.

Όμως σημαντικότερο πρόβλημα για την ακροδεξιά είναι και θα είναι το μεταναστευτικό. Πριν περίπου δέκα χρόνια στη μεγάλη κρίση του 2015 το μεταναστευτικό αντιμετωπιζόταν με άλλους όρους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση τότε πιάστηκε απροετοίμαστη, χωρίς να έχει ένα δομημένο σχέδιο όχι αντιμετώπισης, αλλά διαχείρισης της κατάστασης. Ότι και αν δοκίμασε είτε δεν λειτούργησε καθόλου είτε λειτούργησε σε ελάχιστο βαθμό. Για έναν τέτοιο υπερεθνικό οργανισμό με το κύρος και τους πόρους της ΕΕ. Τα αποτελέσματα που έχει να επιδείξει για εκείνη την εποχή είναι τουλάχιστον απογοητευτικά. Οι πιο ζημιωμένες χώρες ήταν οι χώρες υποδοχής, η Ελλάδα και η Ιταλία, αφού συνδέθηκαν με εικόνες ανθρώπινης εξαθλίωσης ειδικά σε τουριστική περίοδο, ενώ επωμίστηκαν και σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό και το οργανωτικό βάρος περίθαλψης τόσων πολλών ατόμων. Οι  πιο βόρειες χώρες ήρθαν αντιμέτωπες με το πρόβλημα τα επόμενα χρόνια όταν αυτοί οι μετανάστες έβρισκαν έναν μόνιμο τόπο κατοικίας. Εξαίρεση είναι χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, όπου έκλεισαν τα σύνορά τους και δεν χρειάστηκαν να έρθουν αντιμέτωπες με αυτό το πρόβλημα. Μπορεί να αντιμετωπίστηκαν αρνητικά από τους άλλους Ευρωπαίους, αλλά έχουν δείξει μια συνέπεια στην πολιτική τους επιλογή και την στηρίζουν σταθερά.

Η κατάσταση πλέον έχει αλλάξει. Εξακολουθούν να έρχονται ροές μεταναστών στις Νότιες Χώρες της Μεσογείου, αλλά αυτό που φαίνεται να απασχολεί την Ευρώπη είναι η προσαρμογή των μεταναστών στις χώρες μόνιμης εγκατάστασής τους. Φαίνεται πως δεν έχουν βρει ακόμα τη χρυσή τομή για τον τρόπο εγκλιμάτισής τους. Από τη μία καλό είναι μια χώρα να προσπαθεί να διατηρήσει την πολιτισμική της ταυτότητα και να προσπαθεί να φέρει αυτούς τους ανθρώπους κοντά στο δικό της πολιτισμό. Από την άλλη μεριά αυτό φαντάζει κάπως αυταρχικό όταν γίνεται με εξαναγκαστικούς όρους. Η Ευρώπη κατά κύριο λόγο δεν έχει επιλέξει αυτό το μονοπάτι αλλά έχει αφήσει την επιλογή στους μετανάστες την επιλογή, αν θα εγκλιματιστούν η όχι, δίνοντάς τους μια ελευθερία και ανεξαρτησία, χαρακτηριστικά για τα οποία η ΕΕ είναι περήφανη πως πρεσβεύει. Το πρόβλημα είναι πως πολλοί μετανάστες, σύμφωνα με την ακροδεξιά, δεν έχουν προσαρμοστεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Χρησιμοποιούν τα πρόσφατα και όχι μόνο παραδείγματα στη Μόντενα και στο Μπέλφαστ, για χτίσουν μια ρητορική μίσους απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους και πως δεν ταιριάζουν με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Σε αυτό το πλαίσιο της μη προσαρμογής, διαλαλούν πως απειλείται η ασφάλεια του εκάστοτε πολίτη καθώς και η πολιτιστική του ταυτότητα. Είναι χαρακτηριστική η φράση «πολυπολιτισμική Ευρώπη» η οποία χρησιμοποιείται για να δείξει την αλλοίωση της ευρωπαϊκής ηπείρου και την «εισβολή από ξένους».

Το μεταναστευτικό χρησιμοποιείται από τα κόμματα της ακροδεξιάς για να υπερτονίσουν και τα άλλα δύο μεγάλα προβλήματα. Για το θέμα της οικονομίας, υποστηρίζουν πως οι μετανάστες είναι βάρος για την εθνική ή ευρωπαϊκή οικονομία γιατί χρειάζονται πόρους για να συντηρηθούν, να στεγαστούν και για να μπορέσουν να γίνουν κομμάτι του κοινωνικού συνόλου. Λένε πως αυτά τα λεφτά θα ήταν πιο χρήσιμα να ξοδευτούν σε κάτι που θα ωφελούσε τους Ευρωπαίους πολίτες. Έτσι προεκλογικά, έχουν το επιχείρημα πως θα κόψουν αυτού του είδους τις χρηματοδοτήσεις και έτσι θα περισσέψουν λεφτά για άλλου τύπου δαπάνες. Για το θέμα της ανεργίας, είναι ιστορικά αυταπόδειχτο πως μεγάλες ροές μεταναστών, σημαίνει και πιο φτηνά εργατικά χέρια. Αυτό δίνει την ευκαιρία σε πολλούς να πουν πως «έρχονται οι ξένοι και μας παίρνουν τις δουλείες» κάτι που είναι δεν είναι απόλυτα ακριβές αν μελετήσει κανείς δεδομένα ανά περίπτωση, καθώς έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου μετανάστες έχουν ενισχύσει την οικονομία.

Η ακροδεξιά προσθέτει ακόμη ένα δεδομένο στη συζήτηση για το μεταναστευτικό, που σχετίζεται έμμεσα και με την οικονομία και αυτό είναι το δημογραφικό. Οι περισσότερες χώρες στην Ευρώπη έχουν πρόβλημα στο δημογραφικό τους, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν αρκετές γεννήσεις για να υπερκαλύψουν τους θανάτους. Αυτό αναδεικνύει δύο προβλήματα για τα οποία η ακροδεξιά φωνάζει. Οι άνθρωποι δεν κάνουν αρκετά παιδιά επειδή δεν έχουν την οικονομική ασφάλεια και σταθερότητα που απαιτείται για να φέρει κανείς στον κόσμο ένα παιδί. Επιπλέον, υπάρχει ο ακροδεξιός φόβος πως αν αυτό το πρόβλημα συνεχιστεί οι μετανάστες θα γεννούν περισσότερα παιδία από τους γηγενείς κατοίκους και έτσι θα αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί, όσο λογικοί ή παράλογοι και αν ακούγονται, απασχολούν κόμματα και απασχολούν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού. Τα Ευρωπαϊκά παραδοσιακά κόμματα είχαν περίπου μια δεκαπενταετία για να βρουν λύσει σε αυτά τα ζητήματα. Από ότι φαίνεται έχουν και άλλα λίγα χρόνια να βρουν λύση. Αν θα είναι πέντε χρόνια ή δέκα, κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Το μόνο σίγουρο είναι πως πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία γιατί να κατευνασθεί ο κόσμος. Αν δεν γίνει αυτό οι ελάχιστες ακροδεξιές κυβερνήσεις στην Ήπειρο θα αυξηθούν.  Ήδη σε πολλά κράτη κόμματα τέτοιας κατεύθυνσης είναι δεύτερα ή τρίτα, όπως σε Γερμανία, Πορτογαλία κα. Η ώρα για περισσότερες ακροδεξιές κυβερνήσεις δεν φαίνεται αργεί. Η Ευρώπη, με τα παραδοσιακά της κόμματα  πρέπει να προβληματιστεί και να θέσει ένα πρόγραμμα για να βρει τη λύση σε όλα αυτά τα δύσκολα προβλήματα. Όσο πάντως αυτά τα θέματα είναι ψηλά στην κομματική ατζέντα, τόσο η ακροδεξιά θα αυξάνει τη δυναμική της.

Συνεπώς για αυτή την έξαρση της ακροδεξιάς τα κόμματα και ο λαός πρέπει να κάνουν μια σκληρή αυτοκριτική. Ο λαός έχει μερίδιο ευθύνης γιατί αποτελεί τη «ζήτηση» της ακροδεξιάς και τροφοδοτεί αυτόν τον προσανατολισμό. Από την άλλη τα κόμματα πρέπει να δείξουν βελτίωση και πως είναι ικανά να εξακολουθούν να έχουν τα ηνία της Γηραιάς Ηπείρου. Αν ο κόσμος και τα κόμματα δεν θέλουν το πολιτικό σύστημα να βυθιστεί στα άκρα δεξιά, τότε καλούνται όλοι να βελτιωθούν, διαφορετικά θα δοκιμάσει κάποιος άλλος να κάνει τη «δουλειά». 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *