Χρύσα Βαμβακά: Φοιτήτρια Νομικής Αθηνών
Το έγκλημα αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα της ποινικής επιστήμης, καθώς συμπυκνώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομική βούληση και την κοινωνική τάξη. Ο Ποινικός Κώδικας, στο άρθρο 14, προσφέρει τον νομικό ορισμό του εγκλήματος, θέτοντας τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομείται ολόκληρο το οικοδόμημα της ποινικής ευθύνης. Ωστόσο, η καθαρά νομοτεχνική προσέγγιση, αν και απαραίτητη για την ασφάλεια δικαίου, δεν εξαντλεί το φαινόμενο του εγκλήματος. Πίσω από κάθε αξιόποινη πράξη κρύβεται ένα υποκείμενο, με τη δική του ψυχική συγκρότηση, τα δικά του κίνητρα και τις δικές του συγκρουσιακές διεργασίες. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι, αφενός, να αναλύσει τον νομικό ορισμό του εγκλήματος κατά το άρθρο 14 ΠΚ και τα συστατικά του στοιχεία, και αφετέρου, να προσεγγίσει το ζήτημα από την οπτική της εγκληματολογικής ψυχολογίας, εξετάζοντας τους παράγοντες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της εγκληματικής συμπεριφοράς.
Ο νομικός ορισμός του εγκλήματος κατά το άρθρο 14 ΠΚ
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα, έγκλημα είναι η άδικη και καταλογιστή στον δράστη πράξη, που την τιμωρεί ο νόμος. Ο ορισμός αυτός, φαινομενικά λιτός, εμπεριέχει τρία θεμελιώδη δομικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου μια ανθρώπινη συμπεριφορά να χαρακτηριστεί ως έγκλημα. Πρώτον, απαιτείται μια πράξη υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή μια εξωτερικευμένη ανθρώπινη συμπεριφορά, είτε με τη μορφή ενέργειας (θετική πράξη) είτε με τη μορφή παράλειψης, όταν ο νόμος επιβάλλει υποχρέωση ενέργειας. Η σκέψη, όσο επιλήψιμη κι αν είναι, δεν τιμωρείται καθαυτή· η αρχή αυτή («cogitationis poenam nemo patitur») αποτελεί θεμέλιο λίθο του σύγχρονου ποινικού δικαίου.
Δεύτερον, η πράξη πρέπει να είναι άδικη, δηλαδή να αντίκειται στην έννομη τάξη, να πληροί την αντικειμενική υπόσταση κάποιου ποινικού κανόνα και να μην καλύπτεται από λόγο άρσης του αδίκου (όπως η άμυνα ή η κατάσταση ανάγκης).
Τρίτον, η πράξη πρέπει να είναι καταλογιστή στον δράστη, δηλαδή να μπορεί να του αποδοθεί υποκειμενικά ως έργο δικό του, προϋποθέτοντας ικανότητα καταλογισμού (ψυχική ωριμότητα και υγεία) και ενοχή, είτε με τη μορφή δόλου είτε με τη μορφή αμέλειας.
Η σωρευτική συνδρομή αυτών των τριών στοιχείων (πράξη, άδικο, καταλογισμός) συνιστά το λεγόμενο «τριμερές σύστημα» της ποινικής θεωρίας, το οποίο επικράτησε στη γερμανική και, κατ’ επέκταση, στην ελληνική δογματική. Η δομή αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική κατασκευή· εξυπηρετεί ουσιαστικό σκοπό, καθώς διασφαλίζει ότι η ποινική κύρωση θα επιβληθεί μόνο εκεί όπου δικαιολογείται τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, αποτρέποντας μορφές αντικειμενικής ή αυστηρής ευθύνης που θα ήταν ασύμβατες με την αρχή της ενοχής (nulla poena sine culpa).
Η ψυχολογική διάσταση της εγκληματικής συμπεριφοράς
Ενώ το άρθρο 14 ΠΚ θέτει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου κρίνεται μια πράξη, δεν απαντά στο ερώτημα γιατί ένα άτομο οδηγείται στην τέλεση εγκλήματος. Το ερώτημα αυτό αποτελεί αντικείμενο της εγκληματολογικής ψυχολογίας, ενός διεπιστημονικού πεδίου που αντλεί από την ψυχολογία, την ψυχιατρική, την κοινωνιολογία και τη νευροεπιστήμη.
Η έννοια του καταλογισμού ως σημείο επαφής δικαίου και ψυχολογίας
Το σημείο όπου το ποινικό δίκαιο συναντά την ψυχολογία με τον πιο άμεσο τρόπο είναι η έννοια του καταλογισμού. Το άρθρο 34 ΠΚ ορίζει ότι δεν καταλογίζεται η πράξη σε όποιον, κατά τον χρόνο τέλεσής της, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη αυτή. Εδώ η νομική κρίση εξαρτάται άμεσα από ψυχιατρική και ψυχολογική εκτίμηση, καθιστώντας εμφανές ότι ο νομικός ορισμός του εγκλήματος δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένος από την επιστημονική κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής.
Θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας της εγκληματικής συμπεριφοράς
Η εγκληματολογική ψυχολογία έχει αναπτύξει διάφορα ερμηνευτικά σχήματα για την προσέγγιση του δράστη: Οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, με αφετηρία τον Freud, συνέδεσαν την εγκληματική συμπεριφορά με ανεπίλυτες εσωτερικές συγκρούσεις, ελλειμματική ανάπτυξη του Υπερεγώ ή παθολογικά αισθήματα ενοχής που αναζητούν παραδόξως τιμωρία μέσω της πράξης. Οι γνωστικές-συμπεριφορικές θεωρίες εστιάζουν στους τρόπους με τους οποίους ο δράστης επεξεργάζεται πληροφορίες, δικαιολογεί την πράξη του (μηχανισμοί «ουδετεροποίησης», κατά τους Sykes και Matza) και αναπτύσσει γνωστικές διαστρεβλώσεις που του επιτρέπουν να ξεπερνά τους ηθικούς φραγμούς.
Οι αναπτυξιακές θεωρίες αναδεικνύουν τον ρόλο τραυματικών εμπειριών της παιδικής ηλικίας, της ελλιπούς γονεϊκής φροντίδας ή της έκθεσης σε βία, ως παράγοντες που διαμορφώνουν προδιάθεση για μετέπειτα παραβατική συμπεριφορά, χωρίς αυτό να σημαίνει αιτιοκρατική σχέση.
Τέλος, οι προσωπικοτικές θεωρίες εξετάζουν χαρακτηριστικά όπως η χαμηλή αυτορρύθμιση, η παρορμητικότητα, η έλλειψη ενσυναίσθησης ιδίως σε περιπτώσεις που προσεγγίζουν το φάσμα της αντικοινωνικής ή ψυχοπαθητικής προσωπικότητας και ο τρόπος με τον οποίο τα χαρακτηριστικά αυτά αλληλεπιδρούν με περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η σχέση δόλου και ψυχικής διεργασίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της ψυχολογικής ανάλυσης με την έννοια του δόλου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 27 ΠΚ. Ο δόλος, ως γνώση και θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, δεν είναι απλώς μια νομική κατασκευή αλλά αντανακλά μια πραγματική ψυχική διεργασία: τη στιγμή της απόφασης, την εσωτερική διαπραγμάτευση ανάμεσα σε παρόρμηση και αναστολή, και τελικά την επιλογή του δράστη να προχωρήσει στην πράξη παρά τη γνώση της παρανομίας της. Η κατανόηση αυτής της εσωτερικής διεργασίας εμπλουτίζει τη νομική ανάλυση, χωρίς φυσικά να την υποκαθιστά, καθώς το δίκαιο εξακολουθεί να κρίνει με βάση αντικειμενικά κριτήρια και όχι με βάση μια πλήρη ψυχολογική βιογραφία του δράστη.
Η αλληλεπίδραση νομικής και ψυχολογικής θεώρησης
Η σύζευξη νομικής και ψυχολογικής προσέγγισης δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή πολυτέλεια· έχει ουσιαστικές πρακτικές συνέπειες. Στο στάδιο της ποινικής δίκης, η ψυχολογική/ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη μπορεί να επηρεάσει την κρίση περί καταλογισμού (άρθρο 34 ΠΚ) ή περί μειωμένου καταλογισμού (άρθρο 36 ΠΚ). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το άρθρο 79 ΠΚ επιβάλλει στον δικαστή να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, την προσωπικότητα του δράστη, τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη, καθώς και τις ατομικές, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά του.
Στο στάδιο, τέλος, της έκτισης της ποινής, η κατανόηση της ψυχολογίας του δράστη αποτελεί προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική προσπάθεια κοινωνικής επανένταξης. Παρά την αξία αυτής της διεπιστημονικής προσέγγισης, είναι σημαντικό να τονιστεί ένα μεθοδολογικό όριο: το ποινικό δίκαιο δεν μπορεί να μετατραπεί σε εφαρμοσμένη ψυχολογία. Η ψυχολογική εξήγηση μιας συμπεριφοράς δεν αναιρεί, καταρχήν, την ελεύθερη βούληση στην οποία στηρίζεται η αρχή της ενοχής, παρά μόνο στις οριακές περιπτώσεις που ρυθμίζει ρητά ο νόμος (άρθρα 34-36 ΠΚ). Διαφορετικά, θα καταλυόταν η ίδια η λειτουργία του ποινικού δικαίου ως συστήματος κανονιστικής και όχι αιτιοκρατικής απόδοσης ευθύνης.
Ο ορισμός του εγκλήματος κατά το άρθρο 14 ΠΚ προσφέρει το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης, μέσα από τη σωρευτική απαίτηση πράξης, αδίκου και καταλογισμού. Ωστόσο, η πλήρης κατανόηση του εγκληματικού φαινομένου προϋποθέτει και τη συμβολή της εγκληματολογικής ψυχολογίας, η οποία φωτίζει τους ενδοψυχικούς, αναπτυξιακούς και γνωστικούς μηχανισμούς που οδηγούν ένα άτομο στην παραβίαση του νόμου. Η γόνιμη αλλά προσεκτική διασύνδεση των δύο αυτών επιστημονικών οπτικών δεν αποδυναμώνει τη νομική βεβαιότητα· αντίθετα, εμπλουτίζει την ποινική δικαιοσύνη με μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του ανθρώπου πίσω από την πράξη, χωρίς ποτέ να παραιτείται από τη θεμελιώδη αρχή ότι η ευθύνη κρίνεται, εν τέλει, με νομικά και όχι αποκλειστικά ψυχολογικά κριτήρια.
