Η Σκιά της Ρωσίας: Γεωργία, Ουκρανία και Μολδαβία μεταξύ ΕΕ, ΝΑΤΟ και ρωσικής επιρροής

Πηγή Εικόνας: 1lurer.am

Έλενα Εμμανουήλ: Φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών (Πανεπιστήμιο Κρήτης)

Που τελειώνει η Ευρώπη και που αρχίζει η “ζώνη επιρροής” της Μόσχας; Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό, αλλά μια καθημερινή υπαρξιακή, αρχή για τα τρία κράτη που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της γεωπολιτικής σκακιέρας: την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία. Αν και μοιράζονται το ίδιο σοβιετικό παρελθόν και την ίδια κοινή επιθυμία να ενταχθούν στη ευρωπαϊκή οικογένεια, οι δρόμοι τους σήμερα αποκλίνουν δραματικά, καθώς η πίεση του Κρεμλίνου εντείνεται.

Η εργαλειοποίηση του μετασοβιετικού χώρου στη Μόσχα αποτελεί μια παροδική πολιτική, αλλά μια μακροπρόθεσμη στρατηγική επιβίωσης της ίδιας της ρωσικής ισχύος. Μέσα από το δόγμα του “Εγγύς Εξωτερικού” το Κρεμλίνο μετέτρεψε τις εθνοτικές εντάσεις της δεκαετίας του 1990 σε μόνιμες συγκρούσεις στην Υπερδνειστερία, την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία, δημιουργώντας τεχνητές ζώνες ασφαλείας και αποκτώντας δικαίωμα βέτο στις εξωτερικές επιλογές των γειτόνων του. Όταν οι διπλωματικές πιέσεις, οι ενεργειακοί εκβιασμοί και οι κυβερνοεπιθέσεις με τη δημοκρατική στροφή των κοινωνιών αυτών προς την Δύση, η Ρωσία πέρασε στον ολοκληρωτικό αναθεωρητισμό. Η στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία και η παράλληλη αυταρχική διολίσθηση της Γεωργίας αποδεικνύουν ότι ο μετασοβιετικός χρόνος έχει πλέον καταρρεύσει. Δεν πρόκειται πια για μια κοινή μετάβαση προς την σταθερότητα, αλλά για μια βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και τις τελευταίες προσπάθειες μια αυτοκρατορικής αναβίωσης.

Η Ουκρανία αποτελεί το πλέον δραματικό παράδειγμα χώρας που πληρώνει το βαρύτερο δυνατό τίμημα για την απόφαση της να αποκοπεί από τη ρωσική σφαίρα επιρροής και να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Η γεωπολιτική της ρήξη ξεκίνησε το 2013-2014, όταν Ουκρανοί πολίτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στη απόφαση της τότε φιλορωσικής κυβέρνησης να παγώσει τη Συμφωνία Σύνδεσης με τη Ευρωπαϊκή Ένωση. Έκτοτε, η ρωσική αντίδραση κλιμακώθηκε βίαια. Αρχικά η πρώτη φάση της εισβολής άρχισε το 2014 όταν η Ρωσία απάντησε άμεσα με τη προσάρτηση της Κριμαίας και την υποκίνηση του πολέμου στην περιοχή του Ντονμπάς.

Ολοκληρώθηκε με την εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 όταν η Μόσχα εξαπέλυσε πλήρη στρατιωτική εισβολή με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης του Κιέβου και την πλήρη υποταγή της χώρας. Ο πόλεμος εξελίσσεται σε μια μακροχρόνια σύγκρουση, με την Ουκρανία να αμύνεται και να πλήττει στρατηγικούς στόχους βαθιά στο ρωσικό έδαφος και τη Ρωσία να συνεχίζει τις επιθέσεις σε αστικά κέντρα και υποδομές.

Παρά την πολεμική καταστροφή, η ευρωπαϊκή πορεία της Ουκρανίας δεν ανακόπηκε αντίθετα, επιταχύνθηκε δραματικά. Η Ευρωπαϊκή ένωση μετέτρεψε τη διεύρυνση σε στρατηγική επένδυσης ασφαλείας. Αναλυτικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιούνιο του 2022 λίγους μήνες μετά την εισβολή, απένειμε στην Ουκρανία το καθεστώς της υποψήφιας χώρας προς ένταξη. Ακόμα, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μετά την καθυστέρηση και τα πολιτικά εμπόδια, με την αλλαγή της πολιτικής δυναμικής που επέτρεψε την επίσημη έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Από την άλλη πλευρά, η Γεωργία αποτελεί ίσως την πιο περίπλοκη περίπτωση της μετασοβιετικής σκακιέρας, καθώς βρίσκεται δέσμια μιας επικίνδυνης αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή βούληση της κοινωνία της και τη γεωπολιτική μεταστροφή της πολιτικής της ηγεσίας. Αν και οι πολίτες στηρίζουν σε ποσοστά που αγγίζουν το 80% την ενσωμάτωση στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, το κυβερνών κόμμα “Γεωργιανό όνειρο” έχει οδηγήσει την χώρα σε μια πρωτοφανή θεσμική κρίση, παγώνοντας ουσιαστικά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και υιοθετώντας μια σειρά από κατασταλτικούς νόμους που στοχεύουν στην εξάρθρωση της κοινωνίας και των πολιτών και των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης.

Αυτή η διολίσθηση προς τον αυταρχισμό προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Δύσης, οποία απάντησε με την επιβολή κυρώσεων, το πάγωμα της οικονομικής βοήθειας και την ανάκληση των προνομίων απαλλαγής από την Visa – free για κρατικούς αξιωματούχους της Τιφλίδας. Παρά το γεγονός ότι η Ρωσία συνεχίζει να κατέχει παράνομα το 20% των γεωργιανών εδαφών στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία, προχωρώντας σε κινήσεις ενσωμάτωσης τους ,με την κυβέρνηση να επιλέγει να εμβαθύνει τους οικονομικούς και πολιτικούς της δεσμούς με το Κρεμλίνο. Καθώς οι δρόμοι της Τιφλίδας πλημμυρίζουν καθημερινά από πολίτες που κρατούν σημαίες της ΕΕ και έρχονται αντιμέτωποι με τη βίαιη κρατική καταστολή όπου η Γεωργία μετατρέπεται σε ένα οριακό γεωπολιτικό πεδίο μάχης, όπου κρίνεται αν η κοινωνία μπορεί να ανακόψει τον ασφυκτικό και στενή συνεργασία με την Ρωσία.

Η Μολδαβία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υβριδικού πεδίου μάχης στον μετασοβιετικό χώρο, ισορροπώντας ανάμεσα σε μια ιστορική ευρωπαϊκή στροφή και τις ασφυκτικές πιέσεις της Μόσχας μέσω της αποσχισθείσας περιοχή της Υπερδνειστερίας. Παρά τις πρωτοφανείς ρωσικές εκστρατείες αποσταθεροποίησης, η φιλορωσική κυβέρνηση πέτυχε μια καθοριστική εκλογική νίκη, εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της δυτικής τροχιάς της χώρας, ενώ το Κισινάου ξεκίνησε επίσημα τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγοντας τα πρώτα κρίσιμα κεφάλαια για τις Θεμελιώδεις Αρχές και τις Εξωτερικές Σχέσεις.

Ωστόσο, το μεγάλο γεωπολιτικό αγκάθι παραμένει η Υπερδνειστερία, ένας φιλορωσικός θύλακας όπου η Μόσχα διατηρεί παράνομα 1.500 στρατιώτες και τον οποίο εργαλειοποιεί συστηματικά. Πρόσφατα, το Κρεμλίνο εφάρμοσε ένα διάταγμα απλουστευμένης διαδικασίας για τη μαζική χορήγηση ρωσικής υπηκοότητας στους κατοίκους της περιοχής κίνηση που συνοδεύτηκε από απειλές για στρατιωτική απάντηση εάν θιγούν τα συμφέροντα τους. Η κυβέρνηση της Μολδαβίας απάντησε δυναμικά, κυρυσσοντας ανεπιθύμητα τα ηγετικά στελέχη των ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή και περιορίζοντας δραστικά τις μετακινήσεις τους. Η Ευρωπαϊκή ξεκαθαρίζει ότι η Μολδαβία μπορεί να ενταχθεί ακόμα και σε δύο φάσεις ξεκινώντας από τα εδάφη που ελέγχει το Κισινάου. Η χώρα αποδεικνύει μια σημαντική αμυντική και πολιτική ανθεκτικότητα, αποφασισμένη να σπάσει οριστικά τα δεσμά της ρωσικής ομηρείας.

Για την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία, η επιλογή της ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης δεν αποτελεί μια απλή ιδεολογική ή οικονομική προτίμηση, αλλά μια θεμελιώδη στρατηγική ανάγκη για την εθνική τους επιβίωση και τη δημοκρατική τους κυριαρχία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει το μοναδικό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο που μπορεί να εγγυηθεί τον εκσυγχρονισμό του κράτους δικαίου, την ενδυνάμωση των θεσμών, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την πλήρη πρόσβαση στην κοινή αγορά. Αυτή η θεσμική θωράκιση είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί η οριστική απεξάρτηση από πιέσεις και οικονομικούς εκβιασμούς της Μόσχας, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να κρατούν τις χώρες αυτές σε κατάσταση υποτέλειας. Επιπλέον, η ένταση τους στην Ευρωπαϊκή οικογένεια προσφέρει στις κοινωνίες αυτές σταθερότητα και ευημερία μετατρέποντας τις οικονομίες τους σε σύγχρονα, ανταγωνιστικά συστήματα δυτικού τόπου.

Παράλληλα, το ΝΑΤΟ αναδεικνύεται ως ο απόλυτος εγγυητής ασφάλειας στον ρωσικό αναθεωρητισμό, καθώς η σκληρή αποτρεπτική ισχύς αποτελεί τη μοναδική πραγματική ασπίδα προστασίας. Η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει στις κοινωνίες αυτών των κρατών ότι η “γκρίζα ζώνη” της γεωπολιτικής ουδετερότητας δεν προσφέρει ασφάλεια, αλλά αντίθετα λειτουργεί ως μια πρόσκληση για την επιθετικότητα του Κρεμλινού. Για την περιοχή, ομπρέλα συλλογικής άμυνας της συμμαχίας δεν είναι απλώς μια στρατιωτική συμμαχί , αλλά είναι η μοναδική υπαρξιακή εγγύηση ότι η εθνική τους κυριαρχία και και τα σύνορα δεν θα παραβιαστούν.

Για το Κρεμλίνο, το ζήτημα της ασφάλειας δεν ορίζεται με όρους ειρηνικής συνύπαρξης, αλλά μέσα από το πρίσμα ενός αναθεωρητικού δόγματος που απαιτεί τον απόλυτο έλεγχο των γειτονικών κρατών. Η Μόσχα αντιλαμβάνεται την επέκταση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο ως μια άμεση υπαρξιακή απειλή για τη δική της στρατηγική επιρροή και ως μια προσπάθεια γεωπολιτικής περικύκλωσης από την Δύση. Προκειμένου να δημιουργήσει μια “ζώνη ασφαλείας” γύρω από τα σύνορα της, η Ρωσία δεν διστάζει να υπονομεύσει την ασφάλεια ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου εξαπολύοντας κυβερνοεπίθεσεις και στην περίπτωση της Ουκρανίας, διεξάγοντας έναν ολοκληρωτικό πόλεμο φθοράς. Αυτή η επιθετική στάση αποδεικνύει ότι η τρέχουσα ρωσική ηγεσία , η ασφάλεια της Μόσχας είναι αντίθετα συμφέροντα που μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσα από την ανεξαρτησία και των δημοκρατικών επιλογών των τριών κρατών.

Η γεωπολιτική μάχη που διεξάγεται στην Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία αποδεικνύει ότι ο μετασοβιετικός χρόνος έχει τελειώσει οριστικά και η ” γκρίζα ζώνη” της ουδετερότητας έχει εξαφανιστεί. Η επιλογή ανάμεσα στην ευρωατλαντική ενσωμάτωση και τον ρωσικό αυταρχισμό δεν είναι πλέον ένα απλό πολιτικό δίλλημα, αλλά μια υπαρξιακή ανάγκη για την επιβίωση αυτών των κρατών. Ενώ το Κιέβο και το Κισινάου προχωρούν σε θυσίες προς το ευρωπαϊκό τους μέλλον και η Τυφλίδα παλεύει. Α κρατήσει ζωντανή απέναντι στην εσωτερική οπισθοχώρηση, η Δύση καλείται να παραμείνει ένα εγγυητής ασφαλείας και σταθερότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της τριπλής κρίσης κάτω από την σκιά της Ρωσίας δεν θα κρίνει μόνο την κυριαρχία αυτών των χωρών, αλλά θα επαναχάραξει οριστικά τα μόνιμα σύνορα της δημοκρατίας και της ασφάλειας σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

 

 

 

Για το άρθρο αυτό μελετήθηκε το βιβλίο του Tim Marshall: Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *